Κάτι ήξερε η Χάρις Αλεξίου όταν έγραφε και τραγουδούσε τον «Έλληνα» τη δεκαετία του ΄90, ή μάλλον, κάτι είχε ψυλλιαστεί για τη μεγάλη δημογραφική κρίση που έμελλε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα. Αφορμή στάθηκε ένα άρθρο του Σωτήρη Μητραλέξη («Ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα, το μέγιστο εθνικό θέμα»), που περιγράφει αναλυτικά τις τεράστιες διαστάσεις που έχει πάρει –όχι μόνο τα τελευταία χρόνια και λόγω κρίσης- η δημογραφική σμίκρυνση στη χώρα μας.

Σύμφωνα με το άρθρο, «κάθε γενιά για να αναπαραχθεί χρειάζεται κατ’ ελάχιστον 2.1 (δείκτης γεννητικότητας / total fertility rate) παιδιά κατά μέσο όρο ανά γυναίκα: η ελληνική οικογένεια γεννά 1-1.3, αριθμός εφιαλτικά χαμηλός. Σύμφωνα με αυτόν τον αριθμό, το 2100 οι απόγονοι των σημερινών Ελλήνων (…αν δεν έχουν μεταναστεύσει όλοι) θα είναι περίπου 2,3 εκατομμύρια. Αναλογιστείτε λίγο τον αριθμό: 2,3 εκατομμύρια». Εννοείται, αν παραμείνουν σταθερές οι συνθήκες, οι αριθμοί των ατόμων που δεχόμαστε στο εσωτερικό, τα ηλικιακά όρια, κτλ. Όσο υποθετικό κι αν ακούγεται, είναι ανησυχητικό για το πόσα μύρια έπονται του ενός κακού.

Ίσως να μην απασχολεί ιδιαίτερα το πρόβλημα στην παρούσα –ήδη- μακρόχρονη κρίση που βιώνουμε, όμως από προσεκτικότερη εξέταση, μοιάζει με…Λερναία Ύδρα, αφού οι προεκτάσεις του είναι εξίσου σημαντικές (η ελληνική κοινωνία γερνάει, η ενσωμάτωση των μεταναστών γίνεται πιο δύσκολη, η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας δυσχεραίνει, και κυρίως, η πολυπόθητη-πολυπρόβλητη ανάπτυξη που όλοι ευαγγελίζονται, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημογραφικό).

«Είναι ένα θέμα που δεν συγκινεί ιδιαίτερα, δεν είναι πχ λίστα Λαγκάρντ», μου λέει ο Νίκος Ράπτης, διδάκτωρ Παιδαγωγικής, που έχει ασχοληθεί αρκετά με το θέμα. «Η περίπτωση είναι ίδια με αυτή του κρατικού χρέους. Το αφήναμε, το αφήναμε, και μια ωραία πρωία, συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε μεγάλο χρέος. Το ίδιο συμβαίνει και μπορεί ενδεχομένως να συμβεί με το «δημογραφικό χρέος». Το ενδιαφέρον κομμάτι είναι, πως αν δεν αλλάξει κάτι στα επόμενα χρόνια, οι δυνατότητες αντιμετώπισης του προβλήματος θα λιγοστεύουν, λόγω του χρονικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα πρέπει να δράσουμε. «Αν δεν υπάρξει πολιτική προστασίας των γεννήσεων, μετά το 2040, θα χάνουμε ένα εκατομμύριο σε γεννήσεις κάθε δέκα χρόνια», συμπληρώνει ο κ. Ράπτης.

Ενδιαφέρον είχαν επίσης και κάποια συμπεράσματα που «βγήκαν» στην κουβέντα μας και που αγνοούσα, όπως ότι μεγάλο μέρος του «παιχνιδιού» χάθηκε στη δεκαετία του ΄80 και όχι στην τωρινή-όπως πολλοί θα νομίζαμε, όταν και ο δείκτης γεννητικότητας έπεσε κάτω από το 2, ή ότι υπέρ των πολλών γεννήσεων «συνηγορούσε» ο –άλλοτε- κραταιός δημόσιος τομέας, που λόγω σιγουριάς, γεννούσε πολύ περισσότερα παιδιά σε σχέση με τον «καριερίστικο» ιδιωτικό. Άρα η ρίζα του προβλήματος, φαίνεται να βρίσκεται «στο έλλειμμα ισότητας που υπάρχει ανάμεσα στα φύλα, και στην ανικανότητα της πολιτείας (όχι γενικά και αόριστα βεβαίως βεβαίως) να ενισχύσει τη θέληση των μελλοντικών γονέων στο να αποκτήσουν παιδιά. Ενδιαφέρον, τέλος, μετά από όλα αυτά, είχε η ερώτηση (που μου έκανε ο πατέρας μου), «κι εσείς, η νέα γενιά, τι κάνετε για αυτό;». Τότε ήταν που όλοι οι δείκτες, οι αριθμοί και τα fertility rates πήγαν περίπατο.